ΣΤΑΥΡΟΒΕΛΟΝΙΑ-CROSS STITCH-NASIA

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Το κουρελάκι....

 Κορίτσια, καλησπέρα σας. 
    Σήμερα, είχα όρεξη για κάτι διαφορετικό. Θα το διαβάσετε παρακάτω. Μην με κρίνετε αυστηρά. Έβγαλα "το παιδί" που κρύβω μέσα μου..... 

Το κουρελάκι


Τα Χριστούγεννα πλησίαζαν και οι ετοιμασίες ήταν στο φόρτε τους. Η ντουλάπα είχε ανακατευτεί και τα υφάσματα περίμεναν υπομονετικά τη σειρά τους για να στολιστούν και να στολίσουν το σπίτι.
-Εγώ είμαι ακριβώς ό,τι θέλει η κυρά , είπε ο καμβάς. Και συνέχισε:
-Θα φτιάξει πάνω μου χριστουγεννιάτικα σχέδια. Το άκουσα που το είπε στη φίλη της.

-Μπα, πετάχτηκε  το χοντρούλι με τη χρυσοκλωστή, φέτος είναι η σειρά μου. Το είδα και το άκουσα. Θα κάνει τους μάγους με πολλά χρώματα και θα με βάλει στο μπουφέ. Είμαι σίγουρο.
    Έτσι και έγινε. Οι κλωστές βγήκαν τα σχέδια καταστρώθηκαν και οι φίλες μαζεύτηκαν, για να τα πούνε και να αρχίσουν τη δουλειά.




    Τα απογεύματα,  μόλις ησύχαζε η κυρά από τις δουλειές και ξεκουραζότανε, έπαιρνε στα χέρια της το ύφασμα και βελονιά στη βελονιά το άλλαζε, το γέμιζε με χρώμα και εκείνο καμάρωνε και περίμενε πως και πώς να τελειώσει, για να πάρει τη θέση του στο μπουφέ και να το δούνε όλοι. Ανυπομονούσε, γιατί περίμενε πολύ καιρό στη σκοτεινή ντουλάπα.

    Μια μέρα, λοιπόν εκεί, που όλα ήταν ήσυχα και ωραία μαζεύτηκαν οι φίλες  και άρχισαν τη συζήτηση.
-         Καλέ τι ωραίο που έγινε!!!

-         Ναι, ναι, είναι όμορφο, αν και με δυσκόλεψε λίγο, χαλάλι του. Όμως κοίτα αυτό το κομμάτι περισσεύει. Τι να το κάνω;





-         Πέτα το. Αμάν πια με αυτά τα μικρά κομμάτια που περισσεύουν. Και εγώ έχω γεμίσει από δαύτα και κάθε φορά τα πετάω, για να μην πιάνουν χώρο.
-         Καλά θα δω τι θα κάνω, είπε η κυρά. Το λυπάμαι, αλήθεια.
Μόλις το άκουσα. Τρόμαξα. Θα με πετάξει σκέφτηκα. Θα βρεθώ στα σκουπίδια, ποιος ξέρει με τι άλλο. Ανατρίχιασα. Μου ‘ρθε να φωνάξω, μη με πετάς είμαι μικρό δεν θα πιάσω χώρο στο συρτάρι, το υπόσχομαι. Και δεν θα λερώσω …. Άρχισα να κλαίω και κάθε μέρα που περνούσε, σκεφτόμουν ότι ήταν η μέρα μου. Κάθε φορά, που ανακάτευε η κυρά τα πράγματα έλεγα ήρθε η σειρά μου…..
                 Και εκεί που είχα ησυχάσει και είχαν περάσει μέρες πολλές και έλεγα πως γλίτωσα άνοιξε τη ντουλάπα η κυρά και κοντοστάθηκε σκεφτική. Δεν τρόμαξα, είχα χαλαρώσει, πίστευα πως γλίτωσα. Και τότε, αχ βλέπω τα χέρια της να ανοίγουν το συρτάρι μας. Τα υπόλοιπα υφάσματα κοιτούσαν με ανυπομονησία, μήπως και ήρθε η σειρά τους για να γίνουν και αυτά κεντήματα. Όμως όχι. Άλλος ήταν ο σκοπός της. Τα σήκωσε με προσοχή και ήταν σαν να έψαχνε κάτι. Και πάλι δεν τρόμαξα. Με σήκωσε μαζί με ένα άλλο λινό. Ήμουν κρυμμένο από κάτω επίτηδες για να μην με βρει.  
   Εκείνη όμως επέμενε και δεν μου άρεσε καθόλου αυτό. Είχα και ένα προαίσθημα…. Αχ, τι το ‘πα.
-         Α, εδώ είσαι και έφαγα τον τόπο να σε βρω. Πολλή σημασία σου ‘δωσα, είπε και με σήκωσε στον αέρα.
Τι ήταν αυτό, τι έγινε δεν κατάλαβα. Ήρθε το τέλος μου, είπα μέσα μου και ετοιμάστηκα να κάνω παρέα στα υπόλοιπα σκουπίδια. Δεν θα ‘ναι και τόσο άσχημα, παρηγόρησα τον εαυτό μου.
 Με κρατούσε και με κοιτούσε συνέχεια. Και εγώ έτρεμα, αλήθεια, το καταλάβαινε;  Μόλις  μπήκε στο σαλόνι οι φίλες της  μιλούσαν για διάφορα.
-         Ακόμη δεν το ξεφορτώθηκες αυτό; ρώτησε εκείνη η κακιά.
-         Μπα, τελικά κάτι έχω στο μυαλό μου. Θα σας κάνω έκπληξη, είπε η κυρά.
-         Καλά, καλά, όλο τέτοια είσαι εσύ, είπε η άλλη και έτσι τέλειωσε η κουβέντα.
Και το βράδυ όταν όλα ησύχασαν έμεινε μόνη η κυρά με πήρε στα χέρια της και άρχισε να μετράει.
-         Ζήτω, γιούπι, δεν θα με πετάξει, σκέφτηκα. Θα μείνω εδώ.
   Που να φανταστώ όμως τι θα γινόταν. Είχε πάρει λογιών λογιών χρυσοκλωστές και μουρμούριζε μόνη. Με κοιτούσε με ξανακοιτούσε και τέλος πήρε τη βελόνα και άρχισε.
Τι ωραία που ήταν. Κάθε βελονιά λαμπύριζε κάτω από το φως της λάμπας και με έκανε πιο όμορφο. Ναι δεν θα με πετούσε. Ναι είχα και εγώ το ταπεινό κουρελάκι κάποια αξία…. Και όταν ήρθε η μέρα να βάλει τα κεντίδια στο σαλόνι μας  έπλυνε και μοσχομυρίζαμε, μας ίσιασε με το σίδερο, και έτσι παστρικά όπως ήμασταν, άρχισε να μας βάζει στη θέση που ήθελε.

Περίμενα με τέτοια ανυπομονησία, δεν κρατιόμουν… Και ναι, πήρε την αφεντιά μου, με προσοχή, παρακαλώ στα χέρια της και με πήγε πάνω από το τζάκι  κάτω από το μεγάλο χρυσό καθρέφτη.



   Και τότε με είδα. 

Πόσο όμορφο ήμουνα. Μικρά και μεγάλα χριστουγεννιάτικα δεντράκια κεντημένα πάνω μου….


 Καμάρωνα και σκεφτόμουν τις όμορφες μέρες που θα έρθουν από εδώ και πέρα.  Τέρμα οι φόβοι, τέρμα το άγχος. Είμαι και εγώ κάτι….

    


2 σχόλια:

  1. Θαυμάσια η ιστορία! Να σου πω πως πράγματι αξιοποίησες υπέροχα το κομμάτι...κι εγώ με τον ίδιο τρόπο σκεπτόμενη ούτε τα ακόμη μικρότερα πετάω και κάνω σελιδοδείκτες και ... άλλα πολλά ...Μπράβο και συγχαρητήρια....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Έχω κι εγώ στενό τζάκι και δεν είχα σκεφτεί ποτέ κάτι παρόμοιο. Τέλειο!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή